Έφη Λιαροκάπη – Εντυπώσεις από την έκθεσή της και συνέντευξη

Το καλοκαίρι που μας πέρασε πραγματοποιήθηκαν στην πόλη μας αρκετές εκδηλώσεις από εκείνες που έχουμε μάθει να αποκαλούμε “πολιτιστικές”, ένας όρος κάπως άγαρμπος, σίγουρα, όμως, σαφής και περιεκτικός. Στο άρθρο που ακολουθεί, επέλεξα να καταγράψω τις εντυπώσεις μου από την έκθεση ζωγραφικής με έργα της Έφης Λιαροκάπη, και κάποιες σκέψεις – λίγο σκόρπιες ίσως – για την ίδια ως καλλιτέχνιδα.

Η έκθεση κράτησε από τις 14 έως τις 25 Ιουλίου και πραγματοποιήθηκε στην Πινακοθήκη “Γιάννης Μόραλης”. Στην αίθουσα μας υποδεχόταν η Έφη με ένα τεράστιο χαμόγελο, που δεν φαίνεται να φεύγει ποτέ. Σε προδιαθέτει για ζωγράφο που γεμίζει τους πίνακές της με τις πιο λαμπερές αποχρώσεις χρωμάτων όπως το κόκκινο, το κίτρινο και το πορτοκαλί. Στους καμβάδες τις, όμως, κυριαρχούν χρώματα όπως το μαύρο και το γκρι του αστικού τοπίου. Επίσης χρησιμοποιεί κάρβουνο ή μολύβι στις καλαίσθητες απεικονίσεις γυμνών σωμάτων τα οποία αποδίδει με διαφορετικό, το καθένα, στυλ, αποφεύγοντας σταθερά να απεικονίσει το πρόσωπο· σαν να θέλει να μας παροτρύνει να στρέψουμε την προσοχή μας στο κορμί με την γήινη, εφήμερη και, την ίδια στιγμή, αρχέγονη ομορφιά, τόσο παλιά, όσο και η αρχαία Μητέρα Θεά.

Σκούρες είναι, ακόμη, οι αποχρώσεις στις θαλασσογραφίες της Έφης. Τις περισσότερες φορές η θάλασσα είναι ταραγμένη κι ένα ιστιοφόρο παλεύει με τα κύματα. Από την άλλη, συχνά, η νηνεμία γαληνεύει το τοπίο, μια βάρκα έχει τραβηχτεί στην αμμουδιά και – για δες! – το τοπίο είναι γεμάτο φωτεινά χρώματα.

Στα πορτρέτα της απεικονίζονται, ως επί το πλείστον, οικεία της πρόσωπα· πρόσωπα με αδρά χαρακτηριστικά που ταυτόχρονα εκπέμπουν τρυφεράδα, απλότητα, καθαρότητα και αγάπη· για τον άνθρωπο, για όλα τα πλάσματα στον κουρασμένο πλανήτη, για την ίδια τη φύση.

Black Sails 70_50cm, acrylic and oil on canvas

Κάποιες εβδομάδες ύστερα από την έκθεση, συνάντησα την Έφη στο εργαστήρι της, εκεί που δέχεται τους μαθητές και τις μαθήτριές της, και απομονώνεται για να δουλέψει τα δικά της έργα. Για δύο, περίπου, ώρες μιλήσαμε για πολλά πράγματα: για τα εφηβικά της αναγνώσματα (Κατερίνα Γώγου, Ναζίμ Χικμέτ, Μπόρις Βιάν), για τις σπουδές της στο Art Academy, στο Λονδίνο (αρχικά δοκίμασε υαλουργία, γλυπτική κλπ) και πάνω απ’ όλα για ζωγραφική.

Ζωγραφίζει γιατί έτσι εκφράζεται, είναι ο δικός της τρόπος να επικοινωνεί. Χάρηκε πολύ με μια ευχή που είδε γραμμένη στο βιβλίο επισκεπτών: “Να φεύγεις και όταν έρθει η ώρα, τότε να επιστρέφεις”. Πιστεύει πως είναι ό,τι καλύτερο της έχουν πει για τη δουλειά της.

Στο Λονδίνο έμεινε εννιά χρόνια, κερδίζοντας υποτροφίες, σπουδάζοντας ενώ παράλληλα παρουσιάζει την δουλειά της, τόσο με ατομικές εκθέσεις, όσο και με ομαδικές. Το 2010 επιστρέφει στην Ελλάδα των μνημονίων, επειδή αισθάνθηκε ότι έπρεπε να είναι εδώ. Μισοαστεία μισοσοβαρά μού λέει πως από μικρή την τραβούσε το χάος.

Η Έφη Λιαροκάπη δεν ανήκει στους καλλιτέχνες που δεν ενδιαφέρονται για ό,τι συμβαίνει έξω από το ατελιέ τους. Την ενοχλούν τα όσα άσχημα συμβαίνουν, δίνει το παρόν έμπρακτα. Μεταξύ άλλων έχει συμμετάσχει με έργα της σε εκθέσεις/εκδηλώσεις αλληλεγγύης. Μου εκμυστηρεύεται πως αποτελεί επιθυμία της να πραγματοποιήσει, κάποτε, μια έκθεση με σημείο αναφοράς τα παιδιά: παιδιά θύματα του πολέμου, της προσφυγιάς, της φτώχειας και παιδιά θύματα κακοποίησης.

Ντάνος Μηνιάδης 60_40cm ακρυλικό και λάδι σε καμβά

Πιστεύει ακράδαντα ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να ενδιαφέρεται για ό,τι συμβαίνει και να στηρίζει, τους αδύναμους με κάθε τρόπο· για εκείνη αποτελεί ζήτημα συνέπειας και καλλιτεχνικής ακεραιότητας.

Αγαπά πολλούς ζωγράφους και ξεχωρίζει τρεις: την Φρίντα Κάλο, τον Γκουστάβ Κουρμπέ και τον Γουίλιαμ Τέρνερ, στου οποίου τα έργα έχει ασκηθεί αρκετά.

Είναι πολύ όμορφο να συναντάς ανθρώπους γεμάτους ζωή, ανήσυχους και δημιουργικούς. Ανθρώπους που βλέπουν τα πράγματα με μια άλλη ματιά και προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τους συνανθρώπους τους χρησιμοποιώντας την ομορφιά της τέχνης τους· μια ομορφιά που λάμπει ακόμα και πάνω από ένα ουρανό γεμάτο απειλητικά σύννεφα, και πάνω από μια μολυβένια και ανταριασμένη θάλασσα.

Κώστας Μαζιώτης

Προηγούμενο άρθροΠερί trap και περί “ηθικού πανικού”
Επόμενο άρθροΆσε τον μουσικό να παίξει