Λίγα λόγια για την “Φόνισσα” της Εύας Νάθενα

Πέρυσι, μια από τις ταινίες που συζητήθηκαν πολύ στην χώρα μας – πλην, φυσικά, της ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου – ήταν η κινηματογραφική προσαρμογή του κλασικού μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη “Η Φόνισσα”. Υπεύθυνη για την μεταφορά του κλασικού βιβλίου στο σινεμά ήταν η κινηματογραφίστρια Εύα Νάθενα. Οι κριτικές αλλά και οι εντυπώσεις των θεατών ήταν ενθουσιώδεις. Η ταινία ως συμπαραγωγή της Cosmote TV υπάρχει στην εν λόγω πλατφόρμα και γνωρίζοντάς το, επέλεξα να περιμένω να καταλαγιάσει ο “ντόρος” και να την παρακολουθήσω με την άνεσή μου στο σαλόνι του σπιτιού μου, όσο είναι δυνατόν αποστασιοποιημένος από την δημόσια κουβέντα σχετικά. Την είδα και κατέληξα σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω.

Οι σπουδαίοι ηθοποιοί, δεν αρκούν για να είναι σπουδαία μια ταινία.

Σε κάποια χαρακτηριστικά τεχνικής φύσης, η κ. Νάθενα κινήθηκε πολύ σωστά. Συγκεκριμένα, απευθύνθηκε σε ειδικευμένο επιστήμονα που εξασφάλισε μια έγκυρη ιστορική τεκμηρίωση. Τα κουστούμια είναι άψογα πέρα για πέρα, το ίδιο, φαντάζομαι, ισχύει και για τα σκηνικά. Επίσης, αυτός ο γκρίζος τόνος στη φωτογραφία δίνει μια γοτθική ατμόσφαιρα που γοητεύει. Δεν υφίσταται στο βιβλίο του Παπαδιαμάντη, αλλά αυτό δεν είναι ζήτημα, μιας και ο κάθε καλλιτέχνις και η κάθε καλλιτέχνιδα είναι ελεύθεροι να δώσουν τη δική τους άποψη.

Οι προσθήκες σε σχέση με το βιβλίο, συγκεκριμένα το επεισόδιο με την γυναικοκτονία, είναι παραπάνω από καλοδεχούμενες. Άλλο το βιβλίο, άλλο η ταινία. Με τόσα που γίνονται, και αναφέρομαι στις κατά συρροήν γυναικοκτονίες, πρέπει να τίθεται το συγκεκριμένο αισχρό φαινόμενο στον δημόσιο διάλογο με κάθε τρόπο.

Η ταινία έχει έναν υποβλητικό τόνο. Βοηθά ο γκριζωπός τόνος και το σκληρό πέτρινο τοπίο.

Δυστυχώς, οι καλές προθέσεις και κάποιες καλές ιδέες δεν αρκούν για να γίνει καλό σινεμά. Για την ακρίβεια, η “Φόνισσα” είναι μια εντυπωσιακή τηλεταινία. Δεν είναι σινεμά. Όπως δεν είναι σινεμά οι ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη – Φίλε Θ.Π. είχες δίκιο. Σινεμά στην Ελλάδα μετά τη δεκαετία του 1970 έχουν κάνει μόνο ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Παντελής Βούλγαρης και σε στιγμές ο Νίκος Γραμματικός. Επίσης, ξαναγυρνώντας στην “Φόνισσα” της Εύας Νάθενα, υπήρχε πρόβλημα στην αφηγηματική ροή. Δεν υποστηρίζω ότι πρέπει να “τα δίνουμε όλα” στον θεατή, δηλαδή κάθε επεξηγηματική λεπτομέρεια, αλλά, τα ενενήντα τρία, περίπου, λεπτά διάρκειας της ταινίας ήταν πολύ λίγα, μιας και μου φάνηκε ότι η αφήγηση έκανε άλματα αφήνοντας την αίσθηση του κενού. Για να είμαι τίμιος, ίσως να είμαι επηρεασμένος έχοντας διαβάσει το βιβλίο, αλλά πάλι παρά προχωράει γρήγορα.

Ακόμη, η επιλογή να τοποθετήσει τον φόνο της εγγονής της Φραγκογιαννούς λίγο πριν το φινάλε, εντάξει, προσδίδει δραματικότητα, αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, προσβλέπει στο να εκβιάσει τον συναισθηματισμό των θεατών. Στο τέλος, ο τρόπος που επιλέγει η κ. Νάθενα να δώσει τέλος στη ζωή της η ηρωίδα, μαζί με το φάντασμα της μητέρας της, πιθανόν να ικανοποιούσε τον Φρόιντ, αλλά μάλλον προκαλεί αμηχανία, τουλάχιστον.

Κλείνοντας, είναι προβληματικό να ορίζουμε ένα έργο τέχνης ως αριστούργημα, μόνο με βάση το μήνυμα που θέλει να περάσει και τις προβληματικές που θέτει. Είναι σημαντικά, αλλά δεν αρκούν. Ειδικά ο κινηματογράφος, πρέπει να κρίνεται από πολλές παραμέτρους, που για να εκτιμηθούν, δεν είναι ανάγκη να έχει σπουδάσει ο καθένας και η καθεμιά σε σχετική σχολή. Θα μου πεις, ρε φίλε εμένα μου άρεσε, τι θες τώρα; Καμία αντίρρηση. Απλά, πρέπει να λέγονται όλα, όχι μόνο τα καλά. Ούτε ζητάω να μην βγαίνουν μετριότητες – κατ’ εμέ τουλάχιστον. Άλλωστε, όπως είχε πει και ο Μεγάλος Τιμονιέρης: “ας ανθίσουν χίλια λουλούδια”.

Ο Τοποτηρητής