Η Τέχνη στο εδώλιο

Μέχρι πρόσφατα, το ερώτημα ήταν αν ο καλλιτέχνης μπορεί να διαχωρίζεται από το έργο του. Αυτό, με αφορμή περιπτώσεις δημοφιλών και αγαπημένων καλλιτεχνών που απογοήτευσαν τους οπαδούς τους με αμφιλεγόμενες και ατυχείς δηλώσεις ή και πράξεις. Πρόσφατα, με αφορμή την επανέκδοση της “Μεγάλης Χίμαιρας” του Μ. Καραγάτση άνοιξε διάλογος που τείνει σε διαμάχη μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν το έργο του εν λόγω συγγραφέα, και εκείνων που το απορρίπτουν λόγω σεξιστικών αναφορών και διαθέσεων που αναδύονται από το ίδιο το βιβλίο.

Είναι γεγονός πως με το πέρασμα του χρόνου αλλάζουν πολλά πράγματα. Καταστάσεις και αντιλήψεις που για αιώνες θεωρούνταν φυσιολογικά, πλέον δέχονται σφοδρή κριτική προκειμένου να αλλάξουν. Ευτυχώς, παρότι ο ρατσισμός εξακολουθεί να μολύνει καρδιές και μυαλά, δεν θεωρείται ως κάτι λογικό και, τάχα, επιστημονικά δεδομένο. Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα έχουν αποκτήσει ορατότητα και διεκδικούν δυναμικά την εμπέδωση των δικαιωμάτων τους, έστω και αν υπάρχουν ακόμη αντιδραστικές φωνές. Το φεμινιστικό κίνημα, χάρη σε αγώνες και, αλίμονο, θυσίες έχει εδραιωθεί και εξακολουθεί να απασχολεί κάθε άνθρωπο.

Στα πλαίσια των αγώνων για την διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρατηρείται το φαινόμενο να ασκείται κριτική σε λογοτεχνικά έργα από τις ιστορίες της Αγκάθα Κρίστι, μέχρι τα Ομηρικά Έπη. Στα βιβλία της πρώτης υπάρχουν λέξεις με ρατσιστικό και αποικιοκρατικό περιεχόμενο. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια επισημαίνεται η παρουσίαση της γυναίκας ως άβουλο πλάσμα, αντικείμενο και κτήμα για την κυριότητα του οποίου τσακώνονται δυο άντρες πολεμιστές. Μάλιστα υπήρξαν φωνές που ζήτησαν την απόσυρση της μελέτης των δύο επών από την διδακτέα ύλη ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ.

Στα δικά μας, πρόσφατα επανεκδόθηκαν από την Εστία η “Μεγάλη Χίμαιρα” του Μ. Καραγάτση και η “Γραμμή του Ορίζοντα” του Χρίστου Βακαλόπουλου. Το τελευταίο σε σύντομο χρονικό διάστημα εξάντλησε τα χίλια αντίτυπα, κάτι που δηλώνει σαφώς την αξιοσημείωτη δημοφιλία του Βακαλόπουλου που με τον θάνατό του σε ηλικία μόλις 39 ετών περιβλήθηκε με τον μανδύα του θρύλου για πολύ κόσμο.

Προτού συνεχίσω, οφείλω να δηλώσω ότι δεν έχω διαβάσει κανένα από τα δύο προαναφερθέντα βιβλία. Σκοπός μου με το παρόν κείμενο, λοιπόν, δεν είναι να εκφραστώ υπέρ ή κατά των βιβλίων αυτών και των συγγραφέων τους – πώς θα μπορούσα άλλωστε; Απλά, μου προξένησε εντύπωση η πολεμική που δέχτηκαν η “Μεγάλη Χίμαιρα” και ο Καραγάτσης από συγγραφείς και εκδότες. Δεν μου προξένησαν εντύπωση οι αιτιάσεις πάνω στον φανερό, είναι η αλήθεια, μισογυνισμό του συγγραφέα, όπως φαίνεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου του. Αυτό που με παραξενεύει είναι ότι με μόνη, γνωστή σε μένα τουλάχιστον, εξαίρεση το κριτικό άρθρο του κ. Αντώνη Γουλιανού στο ηλεκτρονικό έντυπο Bookpress (bookpress.gr 23/6/2024), πουθενά αλλού δεν γίνεται λόγος σχετικά με τα καθαυτά λογοτεχνικά χαρακτηριστικά του έργου του Μ.Καραγάτση. Να το πω αλλιώς, δεν καταλαβαίνει ο αναγνώστης ή αναγνώστρια αν ο συγγραφέας διακρίνεται ή όχι στην δόμηση της ιστορίας, στην πλοκή, στην ίδια τη γραφή, εν τέλει. Το άρθρο του κ. Κωνσταντίνου Σπαθαράκη στο περιοδικό Βλάβη χαρακτηρίζεται από εμπάθεια σε τέτοιο βαθμό που διαβάζοντάς το παρασύρθηκα και ένιωσα οργή απέναντι στον Καραγάτση. Ευτυχώς μου πέρασε, αλλά δεν είναι δυνατό να μην επισημάνω την αδικαιολόγητα – για γραπτό κείμενο – οργίλη διάθεση του κ.Σπαθαράκη – το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της κ.Ρένας Λούνα στην Lifo: μένει μονάχα στο περιεχόμενο, αφήνοντας κατά μέρος την μορφή και τα γλωσσικά στοιχεία. Αντίθετα, στην Καθημερινή φιλοξενήθηκε η υπέρ του Καραγάτση άποψη από τον κ. Χρήστο Χωμεϊνίδη και η εναντίον του τοποθέτηση της κ.Βίβιαν Στεργίου. Ο πρώτος θεωρεί ότι η “ιδεοληψία” κάποιων δεν τους αφήνει να αντιληφθούν ότι “Εκείνος περιγράφει το υπαρξιακό αδιέξοδο των σκοτεινών ηρώων του, [ενώ] εκείνοι νομίζουν ότι προάγει την τοξική αρρενωπότητα”. Εντούτοις μιλάει για σκοταδισμό και “ρίξιμο στην πυρά” έργων τέχνης από τιμητές του σήμερα. Δυστυχώς, ούτε η κ.Στεργίου στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και ελαφρά τη καρδία δηλώνει ότι με τον Μ. Καραγάτση βαριέται τόσο ώστε θα προτιμούσε να δουλεύει στα διόδια…

Τα βιβλία αυτά γράφτηκαν πριν από δεκαετίες. Ναι, είχε ήδη εμφανιστεί το φεμινιστικό κίνημα, και ο Καραγάτσης ήταν κοσμογυρισμένος. Μαζί του ασχολήθηκα ως φοιτητής στο προσφερόμενο από το Τμήμα Φιλολογίας μάθημα της Νεοελληνικής Φιλολογίας, και έκτοτε δεν είχα τη διάθεση να ασχοληθώ περισσότερο μαζί του, ούτε τώρα έχω. Από την άλλη, δεν είναι ο μόνος από τους καθιερωμένους λογοτέχνες μας των οποίων τα γραπτά εμφορούνται από το πατριαρχικό ιδεολόγημα. Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι γεμάτος από ήρωες σεξιστές τουλάχιστον, από τον Αλέξη Ζορμπά ως τον καπετάν Μιχάλη. Ακόμη και ο Γιάννης Ρίτσος σε ποίημά του, όπου ως πατέρας απευθύνεται στην κόρη του, μιλάει με τρόπο που θα έκανε κάθε γυναίκα σήμερα να νιώσει – με το δίκιο της – άσχημα.

Δεν είναι κακό να “την πέφτουμε” στα λεγόμενα ιερά τέρατα. Εγώ για παράδειγμα δεν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκουν, ας πούμε, στον Οδυσσέα Ελύτη και την Κική Δημουλά. Επίσης, λογικό είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε έργα του παρελθόντος να επηρεάζεται από την εποχή μας, μιας και ως άνθρωποι, δυσκολευόμαστε συνήθως να διαχωρίσουμε τη λογική από το συναίσθημα. Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο να είμαστε απόλυτα αντικειμενικοί και να κρίνουμε έργα του παρελθόντος, κρατώντας τα στα στο χωροχρονικό πλαίσιο κατά το οποίο δημιουργήθηκαν. Όμως, ο αναχρονισμός, δηλαδή η αξιολόγηση του παρελθόντος με βάση το κάθε σήμερα είναι λάθος. Έτσι απλά. Φυσικά, σε κάθε επανέκδοση φροντίζεται να υπάρχει κατατοπιστικό σημείωμα ώστε να μην υφίστανται παρεξηγήσεις.

Και κάτι τελευταίο. Ας μην κρίνουμε μόνο το περιεχόμενο ενός βιβλίου. Δεν πρόκειται για φιλοσοφικό δοκίμιο ούτε για χρονογράφημα. Είναι τέχνη του γραπτού λόγου, επομένως πρέπει να κρίνεται ποικίλως. Αν αρκούσε το περιεχόμενο, θα παραδεχόμασταν περιπτώσεις σαν τον Εντγκάρ Λουί. Όμως, στην περίπτωσή του δεν έχουμε λογοτεχνία. Δεν σχολιάζω που μονίμως βγάζει τα άπλυτα της οικογένειάς του, το κάνει και χοντροκομμένα και με άξεστο και απαίδευτο λόγο. Θα μου πεις, όπου εμφανίζεται γίνεται το αδιαχώρητο. Όπως είχε πει ο Πολ Γουέλερ κάποτε “το κοινό παίρνει αυτό που θέλει” και “το κοινό θέλει αυτό που παίρνει”.

Ο Τοποτηρητής

1Στίχοι από την νούμερο ένα επιτυχία των The Jam “Going Underground” (1980)